Αρχαιότητα

Voir aussi : αρχαιότητα

GrecModifier

ÉtymologieModifier

→ voir αρχαιότητα.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  Αρχαιότητα οι  -
Génitif της  Αρχαιότητας των  -
Accusatif τη(ν)  Αρχαιότητα τις  -
Vocatif Αρχαιότητα -

Αρχαιότητα (Arkheótita) \aɾ.çɛ.ˈɔ.ti.ta\ féminin

  1. (Histoire) Antiquité.