Πλούτωνας

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien Πλούτων via son accusatif Πλούτωνᾰ.

Nom propre Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  Πλούτωνας οι  -
Génitif του  Πλούτωνα των  -
Accusatif το(ν)  Πλούτωνα τους  -
Vocatif Πλούτωνα -

Πλούτωνας (Plútonas) \ˈplu.tɔ.nas\ masculin

  1. (Astronomie) Pluton.
    • Δύναμη του Πλούτωνα, μεταμόρφωσε με — (Sailor Moon)