άνθρακας

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien ἄνθραξ, ánthrax.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  άνθρακας οι  άνθρακες
Génitif του  άνθρακα των  ανθράκων
Accusatif τον  άνθρακα τους  άνθρακες
Vocatif άνθρακα άνθρακες

άνθρακας (ánthrakas) \ˈan.θɾa.kas\ masculin

  1. Carbone.

RéférencesModifier

Voir aussiModifier