GrecModifier

ÉtymologieModifier

Neutre substantivé du grec ancien ἄτομος, átomos.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  άτομο τα  άτομα
Génitif του  ατόμου των  ατόμων
Accusatif το  άτομο τα  άτομα
Vocatif άτομο άτομα

άτομο \ˈa.tɔ.mɔ\ neutre

  1. Individu.
  2. (Chimie) (Physique) Atome.

DérivésModifier