ένωση

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien ἕνωσις, enôsis (« union »).

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  ένωση οι  ενώσεις
Génitif της  ένωσης
ενώσεως
των  ενώσεων
Accusatif τη(ν)  ένωση τις  ενώσεις
Vocatif ένωση ενώσεις

ένωση (énosi) \ˈɛ.nɔ.si\ féminin

  1. Union.