αίτημα

Voir aussi : αἴτημα

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien αἴτημα, aítêma (« demande »).

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  αίτημα τα  αιτήματα
Génitif του  αιτήματος των  αιτημάτων
Accusatif το  αίτημα τα  αιτήματα
Vocatif αίτημα αιτήματα

αίτημα, étima \Prononciation ?\ neutre

  1. Demande, action de demander.