αγελαδοτρόφος

GrecModifier

ÉtymologieModifier

De αγελάδα (« vache ») et τρέφω (« élever »).

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  αγελαδοτρόφος οι  αγελαδοτρόφοι
Génitif του  αγελαδοτρόφου των  αγελαδοτρόφων
Accusatif τον  αγελαδοτρόφο τους  αγελαδοτρόφους
Vocatif αγελαδοτρόφε αγελαδοτρόφοι

αγελαδοτρόφος, ayeladhotrófos \Prononciation ?\ masculin et féminin identiques

  1. Éleveur de vaches.

HyperonymesModifier

RéférencesModifier