GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien ἄτρακτος, átraktos.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  αδράχτι τα  αδράχτια
Génitif του  αδραχτιού των  αδραχτιών
Accusatif το  αδράχτι τα  αδράχτια
Vocatif αδράχτι αδράχτια

αδράχτι (adhrákhti) \a.ˈðɾax.ti\ neutre

  1. Fuseau (outil).

DérivésModifier