αιώνας

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien αἰών, aiốn.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  αιώνας οι  αιώνες
Génitif του  αιώνα των  αιώνων
Accusatif τον  αιώνα τους  αιώνες
Vocatif αιώνα αιώνες

αιώνας (eónas) \ɛ.ˈɔ.nas\

  1. (Histoire) Siècle.
  2. Époque.