ακουστική

GrecModifier

ÉtymologieModifier

(Nom) :

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  ακουστική οι  ακουστικές
Génitif της  ακουστικής των  ακουστικών
Accusatif τη(ν)  ακουστική τις  ακουστικές
Vocatif ακουστική ακουστικές

ακουστική (akustikí) \a.kus.ti.ˈci\ féminin

  1. Acoustique.

Forme d’adjectif Modifier

ακουστική \a.kus.ti.ˈci\

  1. Nominatif féminin singulier de ακουστικός.
  2. Accusatif féminin singulier de ακουστικός.
  3. Vocatif féminin singulier de ακουστικός.