Ouvrir le menu principal

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien ἀκτίς, aktís.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  ακτίνα οι  ακτίνες
Génitif της  ακτίνας των  ακτίνων
Accusatif τη(ν)  ακτίνα τις  ακτίνες
Vocatif ακτίνα ακτίνες

ακτίνα (aktína) \a.ˈkti.na\ féminin

  1. (Géométrie) Rayon.
  2. (Physique) Rayon de lumière.
    • Οι ακτίνες του Ήλιου.
    Les rayons du Soleil.

DérivésModifier