ανέκδοτο

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Neutre substantivé de ανέκδοτος (« inédit »), issu du grec ancien ἀνέκδοτος, anékdotos (« [faits] non publiés, inédits »).

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  ανέκδοτο τα  ανέκδοτα
Génitif του  ανεκδότου των  ανεκδότων
Accusatif το  ανέκδοτο τα  ανέκδοτα
Vocatif ανέκδοτο ανέκδοτα

ανέκδοτο, anékdhoto \a.ˈnɛk.ðɔ.tɔ\ neutre

  1. Anecdote.