ανανάς

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du français ananas.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  ανανάς οι  ανανάδες
Génitif του  ανανά των  ανανάδων
Accusatif τον  ανανά τους  ανανάδες
Vocatif ανανά ανανάδες

ανανάς (ananás) \a.na.ˈnas\ masculin

  1. Ananas (fruit de l’ananassier).