Étymologie

modifier
Dérivé de ανήσυχος, anísichos (« inquiet »), avec le suffixe -ία, -ía.

Nom commun

modifier
Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  ανησυχία οι  ανησυχίες
Génitif της  ανησυχίας των  ανησυχιών
Accusatif τη(ν)  ανησυχία τις  ανησυχίες
Vocatif ανησυχία ανησυχίες

ανησυχία (anisichía) \a.ni.siˈçi.a\ féminin

  1. Inquiétude.
  2. Souci.