αντίσταση

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien ἀντίστασις, antístasis (« opposition, résistance »).

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  αντίσταση οι  αντιστάσεις
Génitif της  αντίστασης
αντιστάσεως
των  αντιστάσεων
Accusatif τη(ν)  αντίσταση τις  αντιστάσεις
Vocatif αντίσταση αντιστάσεις

αντίσταση (antístasi) \an.ˈdi.sta.si\ féminin

  1. Résistance.