αστάθεια

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Mot dérivé de ασταθής, astathis (« instable ») avec le suffixe -ια, -ia.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  αστάθεια οι  αστάθειες
Génitif της  αστάθειας των  ασταθειών
Accusatif τη(ν)  αστάθεια τις  αστάθειες
Vocatif αστάθεια αστάθειες

αστάθεια, astáthia \Prononciation ?\ féminin

  1. Instabilité.

AntonymesModifier

RéférencesModifier

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (αστάθεια)