Ouvrir le menu principal

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Dérivé de αστυνόμος, astynomos (« policier ») avec le suffixe -ία, -ía.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  αστυνομία οι  αστυνομίες
Génitif της  αστυνομίας των  αστυνομιών
Accusatif τη(ν)  αστυνομία τις  αστυνομίες
Vocatif αστυνομία αστυνομίες

αστυνομία \as.ti.nɔ.ˈmi.a\ féminin

  1. (Administration) Police.