βάρος

Voir aussi : βᾶρος

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien βάρος, báros.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  βάρος τα  βάρη
Génitif του  βάρους των  βαρών
Accusatif το  βάρος τα  βάρη
Vocatif βάρος βάρη

βάρος (város) \ˈva.ɾɔs\ neutre

  1. Poids.

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

De βαρύς, barús (« lourd »).

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif τὸ βάρος τὰ βάρη τὼ βάρει
Vocatif βάρος βάρη βάρει
Accusatif τὸ βάρος τὰ βάρη τὼ βάρει
Génitif τοῦ βάρους τῶν βαρῶν τοῖν βαροῖν
Datif τῷ βάρει τοῖς βάρεσι(ν) τοῖν βαροῖν

βάρος, báros \ˈba.ros\ neutre

  1. Pesanteur, poids.

Apparentés étymologiquesModifier

RéférencesModifier