βάρϐαρος

Voir aussi : βάρβαρος

Grec ancienModifier

Adjectif Modifier

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif βάρϐαρος βάρϐαρος βάρϐαρον
vocatif βάρϐαρε βάρϐαρε βάρϐαρον
accusatif βάρϐαρον βάρϐαρον βάρϐαρον
génitif βαρϐάρου βαρϐάρου βαρϐάρου
datif βαρϐάρ βαρϐάρ βαρϐάρ
cas duel
masculin féminin neutre
nominatif βαρϐάρω βαρϐάρω βαρϐάρω
vocatif βαρϐάρω βαρϐάρω βαρϐάρω
accusatif βαρϐάρω βαρϐάρω βαρϐάρω
génitif βαρϐάροιν βαρϐάροιν βαρϐάροιν
datif βαρϐάροιν βαρϐάροιν βαρϐάροιν
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif βάρϐαροι βάρϐαροι βάρϐαρα
vocatif βάρϐαροι βάρϐαροι βάρϐαρα
accusatif βαρϐάρους βαρϐάρους βάρϐαρα
génitif βαρϐάρων βαρϐάρων βαρϐάρων
datif βαρϐάροις βαρϐάροις βαρϐάροις

βάρϐαρος, bárbaros \bár.ba.ros\

  1. Variante de βάρβαρος, avec un caractère ϐ.