βερίκοκο

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien βερικόκκιον, berikókkion.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  βερίκοκο τα  βερίκοκα
Génitif του  βερίκοκου των  βερίκοκων
Accusatif το  βερίκοκο τα  βερίκοκα
Vocatif βερίκοκο βερίκοκα
 
Βερίκοκο

βερίκοκο (veríkoko) \vɛ.ˈɾi.kɔ.kɔ\ neutre

  1. Abricot (fruit de l’abricotier).