βιογραφία

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien βιογραφία, biographía.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  βιογραφία οι  βιογραφίες
Génitif της  βιογραφίας των  βιογραφιών
Accusatif τη(ν)  βιογραφία τις  βιογραφίες
Vocatif βιογραφία βιογραφίες

βιογραφία (viografía) \vi.ɔ.ɣɾa.ˈfi.a\ féminin

  1. Biographie.

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

Mot composé de βίος, bíos (« vie ») et de γραφία, graphía (« écriture »).

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif βιογραφία αἱ βιογραφίαι τὼ βιογραφία
Vocatif βιογραφία βιογραφίαι βιογραφία
Accusatif τὴν βιογραφίαν τὰς βιογραφίας τὼ βιογραφία
Génitif τῆς βιογραφίας τῶν βιογραφιῶν τοῖν βιογραφίαιν
Datif τῇ βιογραφί ταῖς βιογραφίαις τοῖν βιογραφίαιν

βιογραφία, biographía féminin

  1. Biographie.

RéférencesModifier

  • Henry George Liddell. Robert Scott. A Greek-English Lexicon.