βουκολικός

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

 Composé de βουκόλος, boukólos (« bouvier, pasteur ») et de -ικός, ikós.

Adjectif Modifier

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif βουκολικός βουκολική βουκολικόν
vocatif βουκολικέ βουκολική βουκολικόν
accusatif βουκολικόν βουκολικήν βουκολικόν
génitif βουκολικοῦ βουκολικῆς βουκολικοῦ
datif βουκολικ βουκολικ βουκολικ
cas duel
masculin féminin neutre
nominatif βουκολικώ βουκολικά βουκολικώ
vocatif βουκολικώ βουκολικά βουκολικώ
accusatif βουκολικώ βουκολικά βουκολικώ
génitif βουκολικοῖν βουκολικαῖν βουκολικοῖν
datif βουκολικοῖν βουκολικαῖν βουκολικοῖν
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif βουκολικοί βουκολικαί βουκολικά
vocatif βουκολικοί βουκολικαί βουκολικά
accusatif βουκολικούς βουκολικάς βουκολικά
génitif βουκολικῶν βουκολικῶν βουκολικῶν
datif βουκολικοῖς βουκολικαῖς βουκολικοῖς

βουκολικός, boukolikós \boː.ko.li.ˈkos\

  1. Qui concerne les bouviers, les pâtres.
  2. Bucolique, pastoral.

Dérivés dans d’autres languesModifier

RéférencesModifier