βρυχώμαι

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien βρυχῶμαι, brykhỗmai.

Nom commun Modifier

βρυχώμαι (vrikhóme) \vɾi.ˈxɔ.mɛ\

  1. (Zoologie) Rugir.
    • το λιοντάρι θύμωσε και βρυχήθηκε

DérivésModifier