γραμματεύς

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

De γράμμα, grámma (« lettre »).

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif γραμματεύς οἱ γραμματεῖς τὼ γραμματ
Vocatif γραμματεῦ γραμματεῖς γραμματ
Accusatif τὸν γραμματέα τοὺς γραμματέας τὼ γραμματ
Génitif τοῦ γραμματέως τῶν γραμματέων τοῖν γραμματέοιν
Datif τῷ γραμματεῖ τοῖς γραμματεῦσι(ν) τοῖν γραμματέοιν

γραμματεύς, grammateús \ɡra.mːa.ˈte͜us\ masculin (Ancienne écriture : γϱαμματεύς)

  1. Scribe.

Dérivés dans d’autres languesModifier

RéférencesModifier