γυμνισμός

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Calque de nudisme → voir γυμνός et -ισμός

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  γυμνισμός οι  γυμνισμοί
Génitif του  γυμνισμού των  γυμνισμών
Accusatif τον  γυμνισμό τους  γυμνισμούς
Vocatif γυμνισμέ γυμνισμοί

γυμνισμός, yimnismós \Prononciation ?\ masculin

  1. Nudisme.

RéférencesModifier

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (γυμνισμός)