γυναικεῖος

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

 Dérivé de γυνή, gynḗ (« femme »), avec le suffixe -ιος.

Adjectif Modifier

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif γυναικεῖος γυναικεία γυναικεῖον
vocatif γυναικεῖε γυναικεία γυναικεῖον
accusatif γυναικεῖον γυναικείαν γυναικεῖον
génitif γυναικείου γυναικείας γυναικείου
datif γυναικεί γυναικεί γυναικεί
cas duel
masculin féminin neutre
nominatif γυναικείω γυναικεία γυναικείω
vocatif γυναικείω γυναικείω γυναικείω
accusatif γυναικείω γυναικεία γυναικείω
génitif γυναικείοιν γυναικείαιν γυναικείοιν
datif γυναικείοιν γυναικείαιν γυναικείοιν
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif γυναικεῖοι γυναικεῖαι γυναικεῖα
vocatif γυναικεῖοι γυναικεῖαι γυναικεῖα
accusatif γυναικείους γυναικείας γυναικεία
génitif γυναικείων γυναικείων γυναικείων
datif γυναικείοις γυναικείαις γυναικείοις

γυναικεῖος, gynaikeîos

  1. Féminin, de femme.

DérivésModifier

AntonymesModifier

Dérivés dans d’autres languesModifier

PrononciationModifier

RéférencesModifier