GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien διάβολος, diábolos.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  διάβολος οι  διάβολοι
Génitif του  διάβολου των  διάβολων
Accusatif το(ν)  διάβολο τους  διάβολους
Vocatif διάβολε διάβολοι

διάβολος dhiávolos \ˈðja.vɔ.lɔs\

  1. Diable.

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

Déverbal de διαβάλλω, diabállô (« accuser, attaquer »).

Adjectif Modifier

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif διάβολος διάβολος διάβολον
vocatif διάβολε διάβολε διάβολον
accusatif διάβολον διάβολον διάβολον
génitif διαβόλου διαβόλου διαβόλου
datif διαβόλ διαβόλ διαβόλ
cas duel
masculin féminin neutre
nominatif διαβόλω διαβόλω διαβόλω
vocatif διαβόλω διαβόλω διαβόλω
accusatif διαβόλω διαβόλω διαβόλω
génitif διαβόλοιν διαβόλοιν διαβόλοιν
datif διαβόλοιν διαβόλοιν διαβόλοιν
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif διάβολοι διάβολοι διάβολα
vocatif διάβολοι διάβολοι διάβολα
accusatif διαβόλους διαβόλους διάβολα
génitif διαβόλων διαβόλων διαβόλων
datif διαβόλοις διαβόλοις διαβόλοις

διάβολος, diábolos \Prononciation ?\ masculin

  1. Qui désunit, qui inspire la haine ou l’envie.

Nom commun Modifier

διάβολος, diábolos \Prononciation ?\ masculin

  1. Homme médisant, calomniateur.
  2. Diable.
    • μήτε δίδοτε τόπον τῷ διαβόλῳ
      et ne donnez pas occasion au diable (Éphésiens 4/27)

Apparentés étymologiquesModifier

Dérivés dans d’autres languesModifier

RéférencesModifier