διάμετρος

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien διάμετρος, diametros.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η διάμετρος οι διάμετροι (διάμετρες)
Génitif της διαμέτρου των διαμέτρων
Accusatif τη(ν) διάμετρο τις διαμέτρους (διάμετρες)
Vocatif (διάμετρο) (διάμετροι)

διάμετρος féminin

  1. Diamètre.

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

Voir διάμετρον, diámetron (« diamètre »).

Adjectif Modifier

διάμετρος, diámetros \Prononciation ?\

  1. Diamétral.

SynonymesModifier

Nom commun Modifier

διάμετρος, diámetros \Prononciation ?\ féminin (sous-entendant γραμμή, grammê (« ligne »))

  1. Diamètre, diagonale.

Dérivés dans d’autres languesModifier

RéférencesModifier