GrecModifier

ÉtymologieModifier

Neutre substantivé de εξωτερικός, eksoterikós (« extérieur »).

Nom commun Modifier

εξωτερικό, eksoterikó \Prononciation ?\ neutre

  1. Extérieur.
    • Γραμματόσημο εξωτερικού.
  2. Étranger.

RéférencesModifier

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (εξωτερικό)