Ouvrir le menu principal

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien ἐπίρρημα, epirrêma.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  επίρρημα τα  επιρρήματα
Génitif του  επιρρήματος των  επιρρημάτων
Accusatif το  επίρρημα τα  επιρρήματα
Vocatif επίρρημα επιρρήματα

επίρρημα (epírrima) \ɛ.ˈpi.ɾi.ma\ neutre

  1. (Grammaire) Adverbe.