GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien ἐπιτροπή, epitropê ; voir επίτροπος.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  επιτροπή οι  επιτροπές
Génitif της  επιτροπής των  επιτροπών
Accusatif τη(ν)  επιτροπή τις  επιτροπές
Vocatif επιτροπή επιτροπές

επιτροπή, epitropí \Prononciation ?\ féminin

  1. Commission, comité.