ηλεκτρισμός

Grec modifier

Étymologie modifier

 Dérivé de ηλεκτρίζω, ilektrizo, avec le suffixe -μός, -mós.

Nom commun modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  ηλεκτρισμός οι  ηλεκτρισμοί
Génitif του  ηλεκτρισμού των  ηλεκτρισμών
Accusatif τον  ηλεκτρισμό τους  ηλεκτρισμούς
Vocatif ηλεκτρισμέ ηλεκτρισμοί

ηλεκτρισμός, ilektrizmós \i.lɛk.tɾiz.ˈmɔs\ masculin

  1. (Physique) Électricité.