Voir aussi : ἡμέρα, Ἡμέρα

GrecModifier

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  ημέρα οι  ημέρες
Génitif της  ημέρας των  ημερών
Accusatif τη(ν)  ημέρα τις  ημέρες
Vocatif ημέρα ημέρες

ημέρα (iméra) \i.ˈme.ɾa\ féminin

  1. Variante de μέρα.