ημίχρονο

GrecModifier

ÉtymologieModifier

 Dérivé de χρόνος, chrónos avec le préfixe ημι-, imi-.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  ημίχρονο τα  ημίχρονα
Génitif του  ημιχρόνου των  ημιχρόνων
Accusatif το  ημίχρονο τα  ημίχρονα
Vocatif ημίχρονο ημίχρονα

ημίχρονο (imíchrono) \Prononciation ?\ neutre

  1. (Sport) Mi-temps.

RéférencesModifier

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (ημίχρονο)