θεσμοθέτης

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

De θεσμός et θέτης.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif θεσμοθέτης οἱ θεσμοθέται τὼ θεσμοθέτα
Vocatif θεσμοθέτα θεσμοθέται θεσμοθέτα
Accusatif τὸν θεσμοθέτην τοὺς θεσμοθέτας τὼ θεσμοθέτα
Génitif τοῦ θεσμοθέτου τῶν θεσμοθετῶν τοῖν θεσμοθέταιν
Datif τῷ θεσμοθέτ τοῖς θεσμοθέταις τοῖν θεσμοθέταιν

θεσμοθέτης, thesmothétês \tʰe.zmo.ˈtʰe.tɛːs\ masculin

  1. (Droit) Thesmothète (à Athènes, nom des six derniers archontes, chargés de réviser chaque année les lois).

DérivésModifier

Vocabulaire apparenté par le sensModifier

RéférencesModifier