ιδιόμορφος

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien ἰδιόμορφος, idiomorphos.

Adjectif Modifier

ιδιόμορφος, idiómorfos \Prononciation ?\

  1. Singulier.
    • ιδιόμορφος άνθρωπος, un personnage singulier.

DérivésModifier

RéférencesModifier

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (ιδιόμορφος)