Voir aussi : ἰσχύς

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien ἰσχύς, iskhús.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  ισχύς οι  ισχύες
Génitif της  ισχύος των  ισχύων
Accusatif τη(ν)  ισχύ τις  ισχύς
Vocatif ισχύ ισχύες

ισχύς (iskhís) \is.ˈçis\ féminin

  1. Puissance.
    • Είναι πολιτικός με μεγάλη ισχύ.

DérivésModifier