κατάκτηση

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien κατάκτησις, katátkêsis.

Nom commun Modifier

κατάκτηση, katáktisi \Prononciation ?\ féminin

  1. Conquête.

Apparentés étymologiquesModifier

RéférencesModifier

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (κατάκτηση)