Ouvrir le menu principal

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien κατάστασις, katástasis (« établissement »).

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  κατάσταση οι  καταστάσεις
Génitif της  κατάστασης
καταστάσεως
των  καταστάσεων
Accusatif τη(ν)  κατάσταση τις  καταστάσεις
Vocatif κατάσταση καταστάσεις

κατάσταση, katástasi \ka.ˈta.sta.si\ féminin

  1. État, situation.