Ouvrir le menu principal

Sommaire

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

Du verbe κομάω, komáô (« être chevelu ») lui-même dérivé de κόμη, kómê (« chevelure »).

Adjectif Modifier

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif κομήτης κομήτης κομήτες
vocatif κομήτες κομήτες κομήτες
accusatif κομήτη κομήτη κομήτες
génitif κομήτους κομήτους κομήτους
datif κομήτει κομήτει κομήτει
cas duel
masculin féminin neutre
nominatif κομήτει κομήτει κομήτει
vocatif κομήτει κομήτει κομήτει
accusatif κομήτει κομήτει κομήτει
génitif κομήτοιν κομήτοιν κομήτοιν
datif κομήτοιν κομήτοιν κομήτοιν
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif κομήτεις κομήτεις κομήτη
vocatif κομήτεις κομήτεις κομήτη
accusatif κομήτεις κομήτεις κομήτη
génitif κομήτων κομήτων κομήτων
datif κομήτεσι(ν) κομήτεσι(ν) κομήτεσι(ν)

κομήτης, komếtês \ko.ˈmɛː.tɛːs\

  1. Qui porte de longs cheveux.
  2. Couvert de poils.
  3. Garni de plumes.
  4. Couvert de feuilles ou de plantes.

RéférencesModifier