GrecModifier

ÉtymologieModifier

De l’albanais lule (« fleur ») apparenté au latin lilium ; avec le suffixe -ούδι → voir αγγελούδι.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  λουλούδι τα  λουλούδια
Génitif του  λουλουδιού των  λουλουδιών
Accusatif το  λουλούδι τα  λουλούδια
Vocatif λουλούδι λουλούδια

λουλούδι (lulúdhi) \lu.ˈlu.ði\ neutre

  1. (Botanique) Fleur.
    • Ο ήλιος μαραίνει το λουλούδι.
      Le soleil fait faner la fleur.

SynonymesModifier

DérivésModifier

RéférencesModifier

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (λουλούδι)