λύγκας

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien λύγξ, lýnx via son accusatif λύγκα.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  λύγκας οι  λύγκες
Génitif του  λύγκα των  λυγκών
Accusatif το(ν)  λύγκα τους  λύγκες
Vocatif λύγκα λύγκες
 
Ισπανικός λύγκας

λύγκας (língas) \ˈliŋ.ɡas\ masculin

  1. Lynx.