μίασμα

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien μίασμα, míasma (« souillure provenant d’un meurtre »).

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  μίασμα τα  μιάσματα
Génitif του  μιάσματος των  μιασμάτων
Accusatif το  μίασμα τα  μιάσματα
Vocatif μίασμα μιάσματα

μίασμα (míasma) \ˈmi.az.ma\ neutre

  1. Miasme.

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

De μιαίνω, miaínô (« salir, souiller, polluer, profaner, tacher »).

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif τὸ μίασμα τὰ μιάσματα τὼ μιάσματε
Vocatif μίασμα μιάσματα μιάσματε
Accusatif τὸ μίασμα τὰ μιάσματα τὼ μιάσματε
Génitif τοῦ μιάσματος τῶν μιασμάτων τοῖν μιασμάτοιν
Datif τῷ μιάσματι τοῖς μιάσμασι(ν) τοῖν μιασμάτοιν

μίασμα, míasma \ˈmi.az.ma\ neutre

  1. Souillure.
  2. Personne souillée.

RéférencesModifier