μεταβίβαση

GrecModifier

ÉtymologieModifier

 Dérivé de μεταβιβάζω avec le suffixe -ση.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  μεταβίβαση οι  μεταβιβάσεις
Génitif της  μεταβίβασης
μεταβιβάσεως
των  μεταβιβάσεων
Accusatif τη(ν)  μεταβίβαση τις  μεταβιβάσεις
Vocatif μεταβίβαση μεταβιβάσεις

μεταβίβαση (metavívasi) \mɛ.ta.ˈvi.va.si\ féminin

  1. Action de transmettre, transmission, transfert.