Ouvrir le menu principal

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien Μουσεῖον, Mouseîon.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  μουσείο τα  μουσεία
Génitif του  μουσείου των  μουσείων
Accusatif το  μουσείο τα  μουσεία
Vocatif μουσείο μουσεία

μουσείο (musío) \mu.ˈsi.ɔ\ neutre

  1. (Muséologie) Musée.