οικονομία

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien οἰκονομία.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  οικονομία οι  οικονομίες
Génitif της  οικονομίας των  οικονομιών
Accusatif τη(ν)  οικονομία τις  οικονομίες
Vocatif οικονομία οικονομίες

οικονομία (ikonomía) \i.kɔ.nɔ.ˈmi.a\ féminin

  1. Économie.