ομόλογο

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Neutre substantivé de ομόλογος.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  ομόλογο τα  ομόλογα
Génitif του  ομολόγου των  ομολόγων
Accusatif το  ομόλογο τα  ομόλογα
Vocatif ομόλογο ομόλογα

ομόλογο (omólogho) \Prononciation ?\ neutre

  1. (Finance) Obligation (titre de dette).

SynonymesModifier

Apparentés étymologiquesModifier

RéférencesModifier

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (ομόλογο)