ονομαστική

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Féminin substantivé de ονομαστικός (« nominal, nominatif »), sous-entendant πτώση (« cas »).

Nom commun Modifier

ονομαστική, onomastikí \Prononciation ?\ féminin

  1. (Grammaire) Nominatif.
    • Σύνταξη της ονομαστικής με προθέσεις.

RéférencesModifier

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (ονομαστική)