ορίζοντας

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien ὁρίζων, horízôn.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  ορίζοντας οι  ορίζοντες
Génitif του  ορίζοντα των  οριζόντων
Accusatif το(ν)  ορίζοντα τους  ορίζοντες
Vocatif ορίζοντα ορίζοντες

ορίζοντας (orízondas) \ɔ.ˈɾi.zɔ.ndas\ masculin

  1. Horizon.