οργανισμός

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du français organisme.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  οργανισμός οι  οργανισμοί
Génitif του  οργανισμού των  οργανισμών
Accusatif τον  οργανισμό τους  οργανισμούς
Vocatif οργανισμέ οργανισμοί

οργανισμός (organismós) \Prononciation ?\ masculin

  1. (Biologie) organisme.
  2. Organisme, organisation.

RéférencesModifier

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (οργανισμός)